δρᾶμα


δρᾶμα
драма

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δρᾶμα" в других словарях:

  • δρᾶμα — deed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δράμα — Όρος που υπό ευρεία έννοια αναφέρεται σε κάθε έργο που προορίζεται να παιχτεί στη σκηνή (τραγωδία, κωμωδία, φάρσα, θρησκευτική παράσταση κλπ.). Ο ορισμός αυτός, που έχει λόγια προέλευση και βασίζεται στην ετυμολογική σημασία του όρου,… …   Dictionary of Greek

  • Δράμα — Sp Dramà Ap Δράμα/Drama L mst. ir nomas Š Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • δράμα — το 1. λογοτεχνικό είδος του θεάτρου, ένα από τα τρία είδη της αρχαίας ελληνικής ποίησης, αλλά και θεατρικό έργο με συγκινητική υπόθεση και έντονες συγκρούσεις. 2. μτφ., συγκλονιστικό ή τραγικό γεγονός: Από τότε που έφυγε ο άντρας της ζει το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δράμα — [драма] ουσ. о. драматическое произведение, драма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Сатирическая драма — (δράμα σατυρικόν, σάτυροι) или иначе игривая трагедия (παιζουσα τραγωδια, Dion. de elocut. 169) y древних греков особый вид драматической поэзии, существовавший наряду с трагедией и комедией. Из С. драмы, по свидетельству Аристотеля, развилась… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Βλάχος, Ανέστης — (Δράμα 1934 –). Ηθοποιός. Σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου Θεάτρου και ξεκινώντας από το 1956, εμφανίστηκε σε περισσότερες από 80 ταινίες. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Φόβος, Με τη λάμψη στα μάτια, Ληστεία στην Αθήνα, Νταβέλης κ.ά …   Dictionary of Greek

  • Δράμαλης, Μαχμούτ πασάς — (Δράμα 1780; – Κόρινθος 1822). Τούρκος στρατηγός στην εποχή της Επανάστασης του 1821. Ανατράφηκε στα ανάκτορα του σουλτάνου Σελίμ Γ’ και απέκτησε πλούσια στρατιωτική μόρφωση και πείρα κοντά σε μεγάλους Τούρκους στρατηγούς, σε εκστρατείες στην… …   Dictionary of Greek

  • Καράογλου, Χαράλαμπος — (Δράμα 1946 –). Φιλόλογος και λογοτέχνης. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα μεσαιωνικών και νέων ελληνικών σπουδών), της οποίας αναγορεύθηκε διδάκτορας (1988). Στη συνέχεια σταδιοδρόμησε ως… …   Dictionary of Greek

  • Μανθόπουλος, Δημήτριος — (Δράμα 1937 –). Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία και σταδιοδρόμησε ως δάσκαλος. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, κυρίως την παιδική. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα και διηγήματα. Στα ελληνικά γράμματα… …   Dictionary of Greek

  • Liste bulgarischer Bezeichnungen griechischer Orte — Dieser Artikel oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Näheres ist auf der Diskussionsseite angegeben. Hilf mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung. In dieser Liste werden die südslawischen den griechischen… …   Deutsch Wikipedia